Θησέας
Το άγαλμα είναι κατασκευασμένο από ορείχαλκο και στηρίζεται πάνω σε μια μαρμάρινη στήλη. Απεικονίζει τον Θησέα να είναι καθισμένος πάνω σε κάποιο αντικείμενο έχοντας τοποθετημένο το δεξί του πόδι πάνω στο κάθισμα. Το κεφάλι του είναι γυρισμένο προς τα αριστερά. Φαίνεται να είναι γυμνός και να φοράει μόνο ένα κράνος και σανδάλια. Στα αριστερά του καθίσματος υπάρχει μια ασπίδα, ενώ πάνω στο κάθισμα ένα ύφασμα.
Στο μπροστινό μέρος της μαρμάρινης στήλης, στο πάνω μέρος, είναι σκαλισμένο το όνομα του Θησέα, ενώ λίγο πιο κάτω είναι σκαλισμένο το όνομα του δημάρχου κατά τη δημαρχία του οποίου φιλοτεχνήθηκε το άγαλμα και η συγκεκριμένη χρονιά. Στο εν λόγω σημείο αναγράφονται τα εξής:
ΕΠΙ ΔΗΜΑΡΧΙΑΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Λ. ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟΥ
2002
Ωστόσο, στην πίσω πλευρά υπάρχει μία μαρμάρινη πλακέτα με το όνομα ενός δεύτερου δημάρχου, η οποία τοποθετήθηκε αργότερα, επί δημαρχίας του συγκεκριμένου δημάρχου. Στην πλακέτα αναγράφονται τα εξής:
ΔΗΜΑΡΧΟΣ
ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΚΛΑΜΑΝΗΣ
Ιούλιος 2008
Κάπου πάνω στο άγαλμα είναι σκαλισμένο το όνομα του γλύπτη και η χρονιά κατά την οποία φιλοτεχνήθηκε.
Γ. ΒΙΤΑΛΗΣ
1868
Τοποθεσία
Το εν λόγω άγαλμα βρίσκεται στην Πλατεία Θησείου στην Αθήνα, έξω από τον σταθμό του ηλεκτρικού.
Πατρότητα
Το άγαλμα του Θησέα φιλοτεχνήθηκε από τον Γεώργιο Βιτάλη. Ο Γεώργιος Βιτάλης γεννήθηκε το 1838 στο χωριό Υστέρνια της Τήνου. Σαν έφηβος εργάστηκε στη Σμύρνη ως εργολάβος υποδομών δίπλα στον πατέρα του, ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας, και τον βοηθούσε στην ανέγερση νεοκλασικών σπιτιών. Τις χρονιές 1857-1861 παρακολούθησε μαθήματα γλυπτικής στο εργαστήριο του Γεωργίου Φυτάλη στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα από το οποίο και αποφοίτησε ως δόκιμος γλύπτης. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ακαδημία του Μονάχου, έπειτα από υποτροφία που του δόθηκε από τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α’, με καθηγητή τον Μαξ φον Βίντμαν. Απεβίωσε το 1901 στην Αλεξάνδρεια.
Ο Βιτάλης είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες γλύπτες του 19ου αιώνα. Πρόκειται για έναν γλύπτη ο οποίος βραβεύτηκε επανειλημμένα για τη δουλειά του. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ακαδημία του Μονάχου βραβεύτηκε με το μετάλλιο Αξίας του βασιλιά της Βαυαρίας, ενώ στις εκθέσεις των Ολυμπίων, της Ρώμης και του Παρισιού τα έργα του βραβεύτηκαν με χρυσά και αργυρά μετάλλια. Έργα του κόσμησαν αίθουσες στα ανάκτορα της Βασίλισσας Όλγας, της Σοφίας Τρικούπη και του Στεφάνου Σκουλούδη.
Ο Θησέας ήταν γιος του Αιγέα και της Αίθρας. Ο Αιγέας, παρά τις προσπάθειες του να αποκτήσει παιδιά, δεν τα κατάφερνε και έτσι αποφάσισε να επισκεφθεί το Μαντείο των Δελφών απ’ όπου και έλαβε δυσνόητο χρησμό. Γυρνώντας στην Αθήνα επισκέφθηκε τον βασιλιά Πιτθέα της Τροιζήνας στον οποίο ανέφερε τον χρησμό. Ο βασιλιάς Πιτθέας κατανοώντας το νόημα του χρησμού και θέλοντας να γίνει παππούς του διαδόχου της Αθήνας, μέθυσε τον Αιγέα και τον έριξε στο κρεβάτι της κόρης του. Την επόμενη ημέρα ο Πιτθέας συνήλθε και ζήτησε από την Αίθρα, αν κάνει γιο, να τον μεγαλώσει κρυφά στην Αθήνα και, όταν το παιδί μεγαλώσει και είναι αρκετά δυνατό ώστε να μπορέσει να σηκώσει έναν βράχο κάτω από τον οποίον ο Αιγέας είχε κρύψει τα σανδάλια και το σπαθί του, να το προστάξει να πάει στην Αθήνα παίρνοντας μαζί του αυτά τα δύο αντικείμενα. Ωστόσο, υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή σχετικά με τον πατέρα του Θησέα, σύμφωνα με την οποία η Αίθρα, το βράδυ που κοιμήθηκε με τον Αιγέα, είδε στο όνειρό της τη θεά Αθηνά, η οποία την καθοδήγησε να περπατήσει πάνω σε υφάλους στη νησίδα Σφαιρία. Λέγεται, λοιπόν, ότι την ώρα που η Αίθρα περπατούσε στη θάλασσα ο Ποσειδώνας τη γονιμοποιούσε. Εννέα μήνες μετά από εκείνο το βράδυ γεννήθηκε ο Θησέας.
Ο Θησέας μεγάλωσε στην αυλή του βασιλιά Πιτθέα. Λίγο πριν ενηλικιωθεί έμαθε από την Αίθρα για τον πατέρα του και κατάφερε να σηκώσει τον βράχο και να πάρει τα σανδάλια και το σπαθί του Αιγέα. Έτσι, ξεκίνησε το ταξίδι του προς την Αθήνα ακολουθώντας όμως τον δρόμο της ξηράς, και όχι της θάλασσας, προκειμένου να καθαρίσει τον δρόμο από διάφορους εγκληματίες. Στο ταξίδι του προς την Αθήνα, ο Θησέας ήρθε σε επαφή με πολλούς εγκληματίες τους οποίους και θανάτωσε. Μετά απ’ όλους αυτούς τους θανάτους και προκειμένου να παρουσιαστεί στον πατέρα του ως εξαγνισμένος ήρωας, ο Θησέας δέχθηκε κάθαρση από τους υιούς του Φυτάλου, στα ύδατα του Κυφησσού.
Φτάνοντας στην Αθήνα ο Θησέας παρουσιάστηκε στον Αιγέα χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Η Μήδεια όμως, η γυναίκα του Αιγέα, κατάλαβε ποιος ήταν και φοβούμενη πως θα πάρει τον θρόνο από τον γιο που εκείνη είχε κάνει με τον Αιγέα, έπεισε τον τελευταίο να δηλητηριάσουν τον ξένο και έτσι ετοίμασε ένα θανατηφόρο δηλητήριο από τα σάλια του Κέρβερου. Την ώρα του δείπνου, όμως, ο Θησέας τράβηξε το σπαθί του για να κόψει το κρέας με αποτέλεσμα ο Αιγέας να αναγνωρίσει το σπαθί που είχε κρύψει για να το βρει ο γιος του, όταν μεγαλώσει, και έτσι παρενέβη και τον έσωσε. Μετά από αυτό το περιστατικό η Μήδεια και ο γιος της εξορίστηκαν στην Ασία.
Πολλά ήταν τα κατορθώματα του Θησέα με σημαντικότερο την θανάτωση του Μινώταυρου, στον οποίον στέλνονταν κάθε εννέα χρόνια 7 νέοι Αθηναίοι και 7 νέες Αθηναίες για να κατασπαραχθούν από αυτόν έπειτα από μια τιμωρία που είχε επιβάλει στους Αθηναίους ο Μίνωας. Φεύγοντας από την Αθήνα για τη συγκεκριμένη αποστολή, ο Θησέας είχε συνεννοηθεί με τον Αιγέα να φύγει με μαύρα πανιά και, αν αποτύχει στην αποστολή, να κρατήσει τα μαύρα πανιά και στον γυρισμό ως ένδειξη πένθους, ενώ, αν επιτύχει, να αλλάξει σε λευκά πανιά. Στον γυρισμό, όμως, από αμέλεια ξέχασαν να αλλάξουν πανιά και ο Αιγέας, βλέποντας από μακριά τα μαύρα πανιά και νομίζοντας πως ο Θησέας πέθανε, αυτοκτόνησε. Έτσι, οι Αθηναίοι ανακήρυξαν τον Θησέα βασιλιά και γιόρτασαν την νίκη του, χάρις στην οποία οι Αθηναίοι λυτρώθηκαν από τη συγκεκριμένη τιμωρία.
Ο Θησέας υπήρξε σπουδαίος βασιλιάς και έκανε σπουδαία πράγματα για την Αθήνα. Όταν όμως κατέβηκαν με τον φίλο του τον Πειρίθοο στον κάτω κόσμο για να σώσουν την Περσεφόνη, τιμωρήθηκαν από τον Πλούτωνα, ο οποίος τους έβαλε να κάθονται σε μία πέτρα από την οποία δεν μπορούσαν να ξανασηκωθούν. Χρόνια αργότερα, ο Ηρακλής κατέβηκε στον κάτω κόσμο και έσωσε τον Θησέα. Ωστόσο, όταν ο Θησέας γύρισε στην Αθήνα, βρήκε τον θρόνο του σφετερισμένο από τον Μενεσθέα και αναγκάστηκε να καταφύγει στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη της Σκύρου, ο οποίος τον έσπρωξε από έναν γκρεμό σκοτώνοντας τον. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή επρόκειτο για αυτοκτονία.
Ο Θησέας υπήρξε από τους καλύτερους βασιλιάδες της Αθήνας και αναδείχθηκε στον σπουδαιότερο μυθικό ήρωα της Αττικής. Κατάφερε να ενώσει τους δήμους της Αττικής, μεταξύ των οποίων υπήρχε συχνά διχόνοια, και να κάνει την Αθήνα πρωτεύουσα αποκαθιστώντας έτσι την ειρήνη. Προς τιμήν του, λοιπόν, στέκεται στην πλατεία Θησείου ένα άγαλμα του.
Όνομα Συντάκτη
Γράφει η Θεοδώρα Παπαηλία, φοιτήτρια του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Βιβλιογραφία
Διαδικτυακές πηγές:
Greek Mythos: Ο Θησέας ένωσε δρόμους & ίδρυσε την Αθήνα – Πως το Αιγαίον Πέλαγος πήρε το όνομα του από τον Αιγέα τον πατέρα. (2018, 18 Νοεμβρίου). Ανακτήθηκε από https://www.eirinika.gr/articl
https://el.wikipedia.org
Ο συντάκτης φέρει την ευθύνη των κειμένων.




