Μνημείο Πεσόντων
Τοποθετημένο σε μαρμάρινη βάση που αναγράφει:
Έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδας
και τα ονόματα των πεσόντων, το μνημείο αναπαριστά μια αρχαιοελληνική κολόνα δωρικού ρυθμού στην βάση της οποίας αναγράφεται η ημερομηνία 1912-1922 ενώ στην κορυφή της διακρίνουμε έναν περήφανο αετό με τα φτερά απλωμένα.
Τοποθεσία
Βρίσκεται στην Πλατεία Ρήγα Φεραίου στο Βόλο.
Πατρότητα
Είναι έργο του Β. Φαληρέα. Ο Βάσος Φαληρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1905 και καταγόταν από την Καρδαμύλη της Μάνης. Σπούδασε ζωγραφική από το 1924 έως το 1929 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Α.Σ.Κ.Τ.) της Αθήνας με δασκάλους τους διάσημους καθηγητές της Σχολής Γεώργιο Ιακωβίδη και Θωμά Θωμόπουλο.
Το 1930 ο Φαληρέας, προκειμένου να τελειοποιήσει τις τεχνικές του, φεύγει για το Παρίσι και μέχρι το 1935 εργάζεται κοντά στους Γάλλους γλύπτες Σαρλ Ντεσπιώ (Charles Despiau) και Αριστίντ Μαγιόλ (Aristide Maillol). Εκείνη την εποχή, παρακολουθεί και μαθήματα χαρακτικής από τον Έλληνα χαράκτη Δημήτρη Γαλάνη, ο οποίος ζούσε στο Παρίσι.
Στη Διεθνή Έκθεση των Παρισίων, που πραγματοποιήθηκε το 1937 στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Φαληρέας κέρδισε το χρυσό μετάλλιο για το έργο του «Γαλήνη» (1936), που είχε εκθέσει στο γαλλικό περίπτερο, καθώς και αργυρά μετάλλια για τα έργα «Γυμνό» και «Κεφαλή», με τα οποία μετείχε στο ελληνικό περίπτερο. Την ίδια χρονιά της βράβευσής του στην Έκθεση των Παρισίων, ο Φαληρέας τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Γεωργίου Α’. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Παρίσι, ενώ το 1976 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Φαληρέας πέθανε από συγκοπή στις 7 Οκτωβρίου 1979, ενώ συνεδρίαζε η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1979, όπου μετείχε ως πρόεδρος της επιτροπής.Το 1980 και το 1989 με απόφαση των συγγενών και κληρονόμων του καλλιτέχνη, δεκάδες έργα του παραχωρήθηκαν στην Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας.
Ο Βάσος Φαληρέας διακρίνεται για τον ανθρωποκεντρικό τρόπο και την ακαδημαϊκή αντίληψη απόδοσης των έργων του. Έχει φιλοτεχνήσει δεκάδες μνημεία και ηρώα, όπως «Το Άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς» (1951) στο Πεδίον του Άρεως στην Αθήνα, σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Φαίδωνα Κυδωνιάτη (1910 – 1989), τα αποκαλυπτήρια του οποίου έγιναν σε λαμπρή τελετή το 1952. Άλλα μεγαλεπήβολα έργα του είναι επίσης το «Μνημείο του Λεωνίδα» στις Θερμοπύλες (1955) και το «Ηρώον των Μπιζανομάχων» (1936) στα Ιωάννινα.
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Ελλάδα, η Βουλγαρία, το Μαυροβούνιο και η Σερβία είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά μεγάλα τμήματα των εθνικών τους πληθυσμών παρέμεναν υπό την Οθωμανική κυριαρχία. Το 1912 οι χώρες αυτές σχημάτισαν το Βαλκανικό Συνασπισμό.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχασε όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της στα δυτικά του ποταμού Εβρου, ως αποτέλεσμα των δύο Βαλκανικών Πολέμων, που έτσι καθόρισαν τα σημερινά δυτικά σύνορα της Τουρκίας. Άρχισε μια μεγάλη εισροή Τούρκων στα ενδότερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις απωλεσθείσες περιοχές. Μέχρι το 1914 η απομένουσα περιοχή-πυρήνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γνώρισε αύξηση πληθυσμού περίπου 2,5 εκατομμυρίων λόγω της μετανάστευσης από τα Βαλκάνια.
Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε όταν τα κράτη-μέλη του Συνασπισμού επιτέθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 8 Οκτωβρίου 1912 και έληξε οκτώ μήνες αργότερα με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου στις 30 Μαΐου 1913. Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος ξεκίνησε στις 16 Ιουνίου 1913. Τόσο η Σερβία όσο και η Ελλάδα, με το επιχείρημα ότι ο πόλεμος είχε παραταθεί, απέρριψαν σημαντικά στοιχεία της προπολεμικής συνθήκης και διατήρησαν υπό την κατοχή τους όλες τις περιοχές που είχαν καταλάβει και που έπρεπε να χωριστούν σύμφωνα με συγκεκριμένα προκαθορισμένα όρια. Βλέποντας τη συνθήκη να καταπατείται, η Βουλγαρία δυσαρεστήθηκε από τη διανομή των εδαφικών κερδών στη Μακεδονία (που έγινε μυστικά από τους πρώην συμμάχους της, τη Σερβία και την Ελλάδα) και ξεκίνησε στρατιωτική δράση εναντίον τους. Οι υπέρτεροι αριθμητικά ενωμένοι Σερβικός και Ελληνικός στρατοί απέκρουσαν τη βουλγαρική επίθεση και αντεπιτέθηκαν στη Βουλγαρία από τα δυτικά και τα νότια. Η Ρουμανία, χωρίς να έχει συμμετάσχει στη σύγκρουση, είχε άθικτα στρατεύματα για να επιτεθεί και εισέβαλε στη Βουλγαρία από το βορρά, παραβιάζοντας μια ειρηνευτική συνθήκη μεταξύ των δύο κρατών. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επίσης επιτέθηκε στη Βουλγαρία και προέλασε στη Θράκη ανακαταλαμβάνοντας την Αδριανούπολη. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου που ακολούθησε η Βουλγαρία έχασε τα περισσότερα από τα εδάφη που είχε κερδίσει κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ενώ αναγκάστηκε ακόμη να παραχωρήσει στη Ρουμανία το πρώην οθωμανικό νότιο τρίτο της επαρχίας της Δοβρουτσάς.
Ο Α’ Βαλκανικός πόλεμος είναι για την Ελλάδα αντιστρόφως ανάλογος, με τις απώλειες. Δηλαδή με μικρές απώλειες η Ελλάδα διπλασιάσθηκε. Αντίστοιχα και η Σερβία εκπλήρωσε όλους τους αντικειμενικούς στόχους της, ενώ η Βουλγαρία είχε πολύ μεγάλες απώλειες ειδικά στο μέτωπο της Αδριανούπολης μετά τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο τον οποίο η ίδια προκάλεσε, δεν είχε μεγάλα εδαφικά κέρδη.
Το ελληνικό κράτος διπλασιάσθηκε και σε έκταση και σε πληθυσμό με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα άλλαξε ριζικά και η δομή του πληθυσμού, τόσο για το νέο Ελληνικό κράτος όσο και στο κομμάτι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που αποσπάστηκε από αυτήν. Δηλαδή, στην θέση ενός ενιαίου οικονομικού χώρου ξαφνικά μπήκαν σύνορα, τα οποία επηρέασαν π.χ. τους νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μετακινούνται στον ενιαίο χώρο των Βαλκανίων. Ανάλογα επηρεάσθηκαν οι Έλληνες έμποροι, που ήταν η αστική τάξη της εποχής. Μια λύση ήταν η στροφή στη διοίκηση. Δηλαδή οι Έλληνες αστοί από έμποροι άρχισαν να μετατρέπονται σε δημοσίους υπαλλήλους και να τοποθετούνται στον διοικητικό μηχανισμό του νέου Ελληνικού κράτους στην θέση των αποχωρούντων Μουσουλμάνων.
Από κοινωνική άποψη με την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης αλλά και της Μακεδονίας γενικότερα το Ελληνικό κράτος, από μονοεθνικό και αγροτικό, γίνεται ξαφνικά πολυεθνικό αλλά και λόγω της ενσωμάτωσης των νέων εδαφών αλλάζει κοινωνική δομή αποκτώντας περισσότερους αστούς και εργάτες. Ενσωματώνονται (μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923) μεγάλες μάζες μουσουλμάνων, Εβραίων και σε πολύ μικρότερο βαθμό Σλάβων.
Ένα από τα εκατοντάδες γλυπτά σε όλη την Ελληνική επικράτεια που βανδαλίστηκε καθώς στην βάση του επάνω στα ονόματα των πεσόντων κάποιος σχημάτισε το Α του αναρχισμού.
Όνομα Συντάκτη
Γράφει ο Γεώργιος Τσιτιρίδης, δημοσιογράφος.
Βιβλιογραφία
Ο συντάκτης φέρει την ευθύνη των κειμένων.






































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































































